Μεγαλύτερη οικονομική δραστηριότητα από ό,τι πριν από την πανδημία, αλλά χαμηλή παραγωγή ανά κάτοικο σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη καταγράφει η Ήπειρος. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της περιφέρειας αντιστοιχούσε στο 45% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μονάδες αγοραστικής δύναμης.
Σε τρέχουσες τιμές, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώθηκε στα 14.600 ευρώ, έναντι 22.500 ευρώ για το σύνολο της Ελλάδας. Η παραγωγή ανά κάτοικο στην Ήπειρο αντιστοιχούσε, επομένως, περίπου στο 65% του εθνικού μέσου όρου. Τα δεδομένα για το 2024 χαρακτηρίζονται προσωρινά στη βάση της Eurostat.
Πίσω από την Ελλάδα, πάνω από την ΕΕ στην πενταετία
Την περίοδο 2019–2024, το πραγματικό ΑΕΠ της Ηπείρου αυξήθηκε συνολικά κατά 7,1%. Η επίδοση ήταν χαμηλότερη από την αύξηση 8,5% που κατέγραψε η ελληνική οικονομία, με διαφορά 1,4 ποσοστιαίων μονάδων.
Ήταν, ωστόσο, υψηλότερη από την αντίστοιχη αύξηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία διαμορφώθηκε στο 5,6%. Η σύγκριση αφορά ολόκληρη την πενταετία, με αφετηρία το 2019, τελευταίο έτος πριν από την πανδημία, και όχι τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης του 2024.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει δύο διαφορετικές πλευρές της οικονομίας της περιοχής: η συνολική παραγωγή αυξήθηκε σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα, αλλά η παραγωγή ανά κάτοικο εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τον ελληνικό και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Τι δείχνει το 45%
Η ευρωπαϊκή σύγκριση γίνεται σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, ώστε να συνυπολογίζονται οι διαφορές στο επίπεδο των τιμών μεταξύ των χωρών. Με ευρωπαϊκό μέσο όρο το 100, η Ήπειρος βρίσκεται στο 45.
Η Eurostat καταγράφει 12 περιφέρειες της ΕΕ με κατά κεφαλήν ΑΕΠ χαμηλότερο από το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2024. Από αυτές, οι πέντε βρίσκονται στην Ελλάδα, τρεις στη Βουλγαρία, δύο στη Γαλλία και από μία στην Ουγγαρία και στη Ρουμανία.
Οι πέντε ελληνικές περιφέρειες είναι το Βόρειο Αιγαίο με 42%, η Ήπειρος και η Ανατολική Μακεδονία – Θράκη με 45%, η Δυτική Μακεδονία με 48% και η Δυτική Ελλάδα με 49%. Τα ποσοστά αφορούν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, ως προς τον μέσο όρο της ΕΕ, για το 2024.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μετρά την οικονομική παραγωγή ανά κάτοικο. Δεν αποτελεί μέτρηση του μισθού ή του διαθέσιμου εισοδήματος κάθε νοικοκυριού και δεν δείχνει πώς κατανέμεται ο παραγόμενος πλούτος μεταξύ των κατοίκων. Η ίδια η Eurostat διαχωρίζει την παραγωγή από το διαθέσιμο εισόδημα, το οποίο συνυπολογίζει φόρους, εισφορές και μεταβιβάσεις προς τα νοικοκυριά.
Στα 12.400 ευρώ το διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο
Μια διαφορετική όψη δίνουν τα στοιχεία για το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών ανά κάτοικο. Για το 2023, αυτό διαμορφώθηκε στην Ήπειρο στα 12.400 ευρώ, έναντι 13.300 ευρώ στην Ελλάδα και 21.000 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η απόσταση από τον ελληνικό μέσο όρο ήταν 900 ευρώ ετησίως ανά κάτοικο. Η Ήπειρος βρισκόταν περίπου στο 93% του εθνικού μέσου όρου και στο 59% του ευρωπαϊκού, με τη συγκεκριμένη σύγκριση να γίνεται σε ευρώ, χωρίς προσαρμογή για τις διαφορές τιμών μεταξύ χωρών.
Τι σημαίνει η διαφορά ανάμεσα στην παραγωγή και στο εισόδημα
Η υστέρηση της Ηπείρου έναντι της υπόλοιπης Ελλάδας εμφανίζεται πολύ μεγαλύτερη στην παραγωγή ανά κάτοικο από ό,τι στο διαθέσιμο εισόδημα. Τα δύο μεγέθη αφορούν διαφορετικά έτη —το ΑΕΠ το 2024 και το εισόδημα το 2023— και δεν αποτελούν άμεση λογιστική σύγκριση. Δείχνουν, όμως, γιατί το χαμηλό περιφερειακό ΑΕΠ δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχα χαμηλότερο εισόδημα για τους κατοίκους.
Το ΑΕΠ καταγράφεται στον τόπο όπου παράγεται η οικονομική δραστηριότητα, ενώ το εισόδημα στον τόπο κατοικίας. Στο διαθέσιμο εισόδημα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, αποδοχές από εργασία, εισοδήματα αυτοαπασχολουμένων και περιουσίας, συντάξεις και επιδόματα, αφού αφαιρεθούν φόροι και εισφορές. Έτσι, οι πόροι που έχουν τα νοικοκυριά για κατανάλωση και αποταμίευση δεν προέρχονται αποκλειστικά από την παραγωγή που καταγράφεται μέσα στην περιφέρεια. Οι συγκεκριμένοι πίνακες, πάντως, δεν προσδιορίζουν πόσο συμβάλλει κάθε πηγή στη διαμόρφωση της εικόνας της Ηπείρου.
Για τους κατοίκους, τα στοιχεία σημαίνουν ότι η μέση εισοδηματική απόσταση από την υπόλοιπη χώρα είναι μικρότερη από εκείνη που υποδηλώνει το ΑΕΠ. Δεν σημαίνουν ότι κάθε κάτοικος διαθέτει 12.400 ευρώ τον χρόνο, ούτε ότι η ανάπτυξη κατά 7,1% έφερε ισόποση αύξηση στα εισοδήματα. Ο μέσος όρος περιλαμβάνει το σύνολο του πληθυσμού και δεν αποτυπώνει τις διαφορές μεταξύ νοικοκυριών ή το κόστος των βασικών αναγκών τους.
Μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών περιφερειών
Η ανάκαμψη μετά την πανδημία δεν ήταν ομοιόμορφη. Από τις 244 ευρωπαϊκές περιφέρειες με διαθέσιμα στοιχεία, οι 197 κατέγραψαν αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ μεταξύ 2019 και 2024, οι 46 μείωση και μία δεν παρουσίασε μεταβολή.
Στη Δυτική Μακεδονία, η οικονομική δραστηριότητα υποχώρησε κατά 18%, σημειώνοντας τη δεύτερη μεγαλύτερη μείωση στην ΕΕ, μετά την περιφέρεια Γιούγκοϊζτοτσεν της Βουλγαρίας, όπου η πτώση έφτασε το 20,5%. Στον αντίποδα, η περιφέρεια Ανατολικής και Κεντρικής Ιρλανδίας κατέγραψε αύξηση 38%.
