Ο Λάμποβος της Παραμυθιάς ΙΙ

Όλα αυτά είχαν σχέση με την παραγωγική δραστηριότητα του κόσμου εκείνη την εποχή, που ήταν κυρίως αγροτοτοκτηνοτροφικού χαρακτήρα.

Παραπέρα προς το «Καρκαμίσι» ήταν κι άλλα πολλά μαγαζιά και παράγκες, ο φούρνος του Βαϊμάκη που πούλαγε και κρασιά Ζίτσας και το «Μονοπώλιο» που πούλαγε, τα κρατικά προϊόντα, αλάτι, πετρέλαιο, σπίρτα και τράπουλες.

Εκείνο όμως που ήταν συγκλονιστικό για μας τα παιδιά ήταν «Ο γύρος του θανάτου», που περιμέναμε ουρές για να τον απολαύσουμε. Ήταν μια στεγασμένη και καλά στερεωμένη κυλινδρική, συνήθως ξύλινη κατασκευή, ύψους ύψος 6 με 8-10 μέτρα και λίγο μικρότερη διάμετρο, όπου στο εσωτερικό της ανάπτυγμα κινούνταν οριζόντια, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, κάνοντας επικίνδυνους ελιγμούς, ένας μοτοσυκλετιστής, που ξεκινούσε από τον πυθμένα και τον παρακολουθούσαμε με κομμένη την ανάσα από το χείλος της. Ο ξανθός Κωνσταντίνος Νικολαΐδης ήταν συχνός μοτοσυκλετιστής στο «Λάμποβο» και ίνδαλμα των παιδιών.

Παρά δίπλα ήταν και μια φτωχική, σχετικά με το σήμερα, παιδική χαρά με αιώρες, κούνιες και μεταλλικές βάρκες, που πηγαινοέρχονταν. Κοντά σε αυτά δεν έλειπαν και μαγαζιά όπου έκανε κανείς σκοποβολή με «φλόμπερ» σε κυκλικούς στόχους, κερδίζοντας -δύσκολα- κουτιά με γλυκά, ποτά και άλλα δώρα ή έριχνε πλαστικούς κρίκους σε μπουκάλια με ποτά, μπύρες, κρασιά, αναψυκτικά και άλλα, που κέρδιζες -κι εδώ δύσκολα- αν ο κρίκος έμπαινε στο λαιμό τους. Σε κάποιες περιπτώσεις είχαν παρουσιαστεί και παπατζήδες. Στο «Καρκαμίσι» τέλος υπήρχαν μαγαζιά που το βράδυ γλεντούσε ό κόσμος με ορχήστρες με κλαρίνα και με ελκυστικές «ντιζέζ»-τραγουδίστριες, που ήταν κλεισμένα γύρω – γύρω με λινάτσες για να μη βλέπουν οι «τσαμπατζήδες», ενώ οργανοπαίχτες έπαιζαν και την ημέρα στα καφενεία.  

Κάποιες φορές ερχόταν και κάποιοι μασίστες που έδιναν παραστάσεις μυϊκής δύναμης στους δρόμους, θυμάμαι τον Τζιμ Αρμάου, που δενόταν και λυνόταν με αλυσίδες ή τις έκοβαν, σήκωναν υπερβολικά βάρη, χτυπούσαν με το κεφάλι τους σιδερένιες βαριές, τους πατούσαν με βαριά αντικείμενα και έκαναν άλλα «θιαμαστά» πράγματα.

Σουβλάκια υπήρχαν πολύ λίγα τότε -μόλις είχαν εμφανιστεί- κυρίως ψητά με κρέας ή κοτόπουλο, κοψίδια και σπληνάντερο, με φημισμένο εκείνο του Σιαμά, δίπλα στο καφενείο του Φούρκα. Και για μας τα παιδιά, μαλλί της γριάς, ζαχαρωτά, καραμέλες κούφιες και άλλες, «Αχιλλεύς» ΙΩΠΑ, γλειφιτζούρια και παστέλια και από παιγνίδια, μπάλες λαστιχένιες, τόπια, μπίλιες, σβούρες, τόξα, πλαστικά ντουφέκια με τάπες και κανένα ψεύτικο αμαξάκι.  

Και τα είδη των πιοτών λιγοστά, με κυρίαρχο το ούζο, που έρρεε άφθονο, του Αγουρίδη και του Πιλαβά, του Χάχαλη και τοπικό από Παραμυθιώτικα ουζοποιεία, με φημισμένο εκείνο του Τσίλη Μάρα, ενώ υπήρχαν και αναψυκτικά, πορτοκαλάδες, λεμονάδες, γκαζόζες και μπιράλ, από ένα τοπικό μικρό εργοστάσιο «ΚΑΛΗ», της οικογένειας Παππά.

Πολλοί συγγενείς, φίλοι και γνωστοί έδιναν ραντεβού και αντάμωναν μετά από πολύ καιρό στο «Λάμποβο», από τον οποίο δεν έλειπαν άλλες εμπορικές πράξεις και συμφωνίες, συνοικέσια και προξενιά, ενώ τις μέρες αυτές στην «βόλτα» που γινόταν πέρα-δώθε, στο νυφοπάζαρο, πολλά μάτια έκλεβαν τις καρδιές νέων αγοριών και κοριτσιών.

Όλη αυτή η ατμόσφαιρα με τους ήχους και τις φωνές, τις φορεσιές, τα χρώματα και τις μυρουδιές προκαλούσαν έναν εκκωφαντικό θόρυβο και μια μοναδική εικόνα λαϊκού πανηγυριού, ένα κοινωνικό γεγονός, μέσα στο οποίο ξεχωριστή παρουσία είχαν χαρακτηριστικοί τύποι της πόλης, ο Μιχο Κάτσιος που έκανε μεταφορές με τα γαϊδουράκια του, ο φορτοεκφορτωτής Πίπη Τσιώτας με αλευρωμένα τα κουρελιασμένα ρούχα του από τα τσουβάλια που ξεφόρτωνε, ο αξιοπρεπής τελάλης κύριος Σπύρος Αλεξίου (κάποιοι παλιότεροι μιλούσαν για τον Κοσταμό, που είχε πολύ δυνατή φωνή) και ο τυφλός με το ραβδί του, που ερχόταν κάθε χρόνο στο «Λάμποβο» και επαναλάμβανε «Κόσμο ακούω και κόσμο δεν βλέπω. Ελεήστε κύριε τον αόμματο».

Λειψές είναι σίγουρα οι ξεθωριασμένες αυτές εικόνες με πολλές απουσίες και λάθη, που μπορούν να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν από κάποιους άλλους παλιότερους ή με δυνατότερη μνήμη. Και μπορεί να μας προκαλούν σήμερα μια γλυκιά παραλυτική νοσταλγία, αλλά πίσω από αυτές τις εικόνες υπήρχε φτώχεια, πόνος και δυσκολίες, γιατί ο κόσμος, «τέκνο της ανάγκης», βίωνε και τότε μια σκληρή οικονομική πραγματικότητα, που με άλλους όρους την βιώνει και σήμερα και υπήρχαν περίοδοι που οι εκθέτες ήταν λιγότεροι και έλεγαν «φτωχότερος ήταν εφέτος ο Λάμποβος».

Άνθιζε όμως και τότε, μέσα σε αυτές τις δυσκολίες, το χαμόγελο, ο κόσμος έπαιρνε τα αναγκαία «καλούδια» και δύναμη για να συνεχίσει τον αγώνα, τον δύσκολο χειμώνα και τον χρόνο που έρχονταν. Ας κάνουμε κι εμείς ό,τι μπορούμε για να ανθίσει και σήμερα το χαμόγελο και η ελπίδα και ας ευχηθούμε «Να είμαστε καλά» και «Του χρόνου» στο «Λάμποβο».