Γράφει ο Παύλος Λ. Αλεξίου
Έκλεισε με επιτυχία κι ο φετινός ο «Λάμποβος», που παρά την αναπόφευκτη, μέσα στα χρόνια, αλλαγή του χαρακτήρα του, συνεχίζει να αποτελεί ένα σημαντικό για την περιοχή κοινωνικοοικονομικό γεγονός, με πολύ μεγάλη επισκεψιμότητα, ένα αντάμωμα για πολλούς, έστω και φευγαλέο. Πολύ τον έχει αγαπήσει ο κόσμος και θα τον περάσει τουλάχιστον μια φορά. Και ενώ άλλοι κάνουν τους απολογισμούς τους, άλλοι φέρνουν στο μυαλό τους μνήμες παλιές, γλυκιές, έστω και λίγο ξεθωριασμένες.
Ένα ζήτημα που απασχόλησε πολλούς, είναι η προέλευση της ονομασίας του, γιατί είναι η μοναδική εμποροπανήγυρη της Ελλάδας, που έχει ένα τέτοιο όνομα. Δεν ξέρω όμως κατά πόσο είναι γνωστή η αναφορά που κάνει ο μπαρμπα – Σπύρος (ο Μουσελίμης) στο βιβλίο του «Ιστορικοί περίπατοι στη Θεσπρωτία», όπου στη σελίδα 100, καταχωρώντας την προέλευση των ονομάτων των χωριών και των τοπωνυμίων, γράφει για το «Κεφαλόβρυσο» (τώρα «Κρυσταλλοπηγή»), αναφορά που κρίνω χρήσιμο να επαναφέρω … έτσι για να τον θυμηθούμε και για ξανατιμήσουμε την προσφορά του:
Στην θέση «Πλάτανος τ΄ Αράπη», που πήρε τ΄ όνομά του από κάποιον αράπη φύλακα του κάμπου που κάθονταν στον ήσκιο ή είναι αυτή τούτη η αρβανίτικη λέξη ράπ μεταφρασμένη στην Ελληνική (ράπ=πλάτανος), υπήρχε βυζαντινός οικισμός που σώζονται τα ερποθέμελα του και η βρύση. Τούτος αποτελούνταν από μετοίκους του Λαμπόβου της Βορείου Ηπείρου. Αυτοί έφεραν στην Παραμυθιά και την εμποροπανήγυρη «Λάμποβο».
Είναι λοιπόν πιθανόν οι μέτοικοι αυτοί να έτρεφαν στον πλούσιο κάμπο της Λιμνοπούλας («Χότχοβας») ζώα, να ασχολούνταν με το εμπόριο των ζώων ή να ήταν διαπραγματευτές («τσαμπάσηδες») στις αγοραπωλησίες ζώων και στις αρχές φθινοπώρου, που έκλεινε ο ένας κύκλος των αγροτοκτηνοτροφικών εργασιών, να μετέφεραν ή να έστησαν την δραστηριότητα τους αυτή στο πολυπληθέστερο αστικό κέντρο της περιοχής που ήταν η Παραμυθιά, γιατί παλιότερα ο «Λάμποβος» ήταν γνωστός και ως «Ατ παζάρ», δηλαδή παζάρι ζώων.
Κατά μία άλλη εκδοχή στη θέση «Λιμπόνι» υπάρχουν χαλάσματα εκκλησίας, της Παναγίας της Λαμποβήθρας, που φαίνεται να ιδρύθηκε από αυτούς τους μέτοικους από το «Λάμποβο». (Σημειωτέον ότι στο χωριό αυτό γεννήθηκαν και οι εθνικοί ευεργέτες Ευάγγελος και Κωνσταντίνος Ζάππας).
Και ας έρθουμε στις δικές μας ξεθωριασμένες μνήμες του 1960-70, όπου στη θέση «Γαλατάς» μέχρι εκεί που πουλάνε τώρα τα χαλιά, ήταν γεμάτος με ζώα, άλογα, μουλάρια, γομάρια, αλλά ακόμη και γελάδια, πρόβατα και γίδια και κόσμος που τα κοίταζε στα δόντια, ανοίγοντας το στόμα τους, για να προσδιορίσει την ηλικία τους, τα «έκοβε», τα «ζύγιαζε» και έκανε τα παζάρια του. Αυτή την εικόνα με τα πολλά ζώα -το «Ατ παζάρ»- ήταν η πρώτη που αντικρύζαμε από την είσοδο της πόλης, εμείς οι Σκαλοπανίσιοι, παιδιά και μεγάλοι, που ξεκινάγαμε «ταχιά το πρωί» και ερχόμαστε με τα ποδάρια από τα χωριά μας, από εκεί, που αλλάζαμε τα παλιά σκονισμένα παπούτσια μας, για να βάλουμε τα «καλά» μας, που δεν θέλαμε να τα χαλάσουμε στο δρόμο.
Τα λαμποβίσια μαγαζιά ήταν μέσα στην πόλη, κυρίως στο ιστορικό κέντρο της Παραμυθιάς, Πυρήνας τους ήταν το μέρος κοντά στο ζαχαροπλαστείο του Γούσια, το φούρνο του Λαμπρο Μίχου, το καφενείο «Τα τρία αδέρφια» των αδελφών Φούρκα (σήμερα Εθνική Τράπεζα), με το ξενοδοχείο «Κύπρος» πάνω από αυτό, το φαρμακείο του Κανδηλά, το φωτογραφείο του Σταύρο Μόσχου, το περίπτερο του Πέκου, το ιστορικό καφενείο του Γιάννη Τσίλη, το εστιατόριο του Πατσιούρα. Λίγο πιο πέρα, στην Πλατεία Βούλγαρη, το καφενείο «Το γεφυράκι», το μαγαζί με τα υφαντά του Παρόλα, το λαναριστήριο του Σακαρέλη στο υπόγειο και το άλλο εστιατόριο, του Πρόνιου και το χάνι για τα ζώα λίγο παρακάτω (γεμάτα ήταν τότε όλα τα χάνια της πόλης). Και δίπλα στο παλιό Δημαρχείο, με το φωτογραφείο του Γιώργο Τσεκούρα από κάτω, ήταν το ΚΤΕΛ, με το καφενείο της Μαρίτσας, με τα λεωφορεία και τα λίγα αμάξια να κινούνται μέσα από τον κεντρικό δρόμο της πόλης σε διπλή κατεύθυνση, (δεν υπήρχε ο πάνω και κάτω περιφερειακός), όπου γινόταν πολλές φορές μεγάλος «χαμός».
Και τα πρόχειρα μαγαζιά φτιαγμένα με καδρόνια και τσίγκα πουλούσαν κυρίως ρούχα της δουλειάς και άλλα, φλοκάτες, βελέντζες, κουβέρτες, σαΐσματα και κάπες, παπούτσια, μπότες και αδιάβροχα, στολίδια και μπιχλιμπίδια ή στον δρόμο γυναίκες πουλούσαν μαλλί, πυτιές και τυρί, τσάϊ και ρίγανη, καρύδια, αμύγδαλα και φρούτα, φασούλια, ρύζι, αλεύρι και άλλα όσπρια από το Φανάρι. Πολλοί είχαν και ξερά τομάρια από αρνοκάτσικα, που είχαν σφάξει παλιότερα, τεντωμένα με ξύλα, που τα μάζευαν κάποιοι δερματέμποροι (θυμάμαι τον Τηρο Λάγιο, που είχε αποθήκη στην κάτω μεριά της πόλης).
Κοντά σε αυτά, άλλα μαγαζιά πουλούσαν κουδούνια, κυπριά και τσιοκάνια με ξύλινα κουλούρια για τα ζώα, ξύλινα και μεταλλικά καρδάρια για άρμεγμα, μπινιότες (δοχεία μεταλλικά) για το γάλα, βλάτες για ξυνόγαλο και βούτυρο, τάβλες, μπούκλες, και κλειδούς, ξύλινες κουτάλες και σουγιάδες του Τέλη (Πιτένη).
Άλλα χρήσιμα εργαλεία που αγόραζε ή επισκεύαζε ο κόσμος ήταν χαλκώματα (κατσαρόλες, τηγάνια, κακάβια, τενεκεδένιες λάμπες και άλλα) από καλαντζήδες και χαλκουργεία (θυμάμαι του Αληγιάννη, απέναντι από το φωτογραφείο του Μπρέστα, κοντά στο περίπτερο του Γιώτη Λίτση, που τρόμαζε με τις φωνές και τη θωριά του τα παιδιά) ή κασάρες, κόσες, τσεκούρια, κασμάδες, φτυάρια και τσαπιά από σιδηρουργεία, (θυμάμαι εκείνο του Πασχάλη, όπου βλέπαμε τα κάρβουνα, την φουφού και τα χτυπήματα του πυρωμένου σίδηρου με τη βαριά, δίπλα το καφενείο του Φρατζαλά, πάνω από την όμορφη «Βρύση του Κατή», στα «Γύφτικα»).
Πολλοί αγόραζαν ή επισκεύαζαν σαμάρια και σέλλες, αγόραζαν καπίστρια και τριχιές από σαμαρτζήδες που είχαν μαγαζιά ή άλλους υπαίθριους.
