Θεσπρωτία, Οκτώβριος 1940: Από τα συνοριακά φυλάκια στη μάχη του Καλαμά

Στα φυλάκια της ελληνοαλβανικής μεθορίου, στους Φιλιάτες και στα χωριά κοντά στον Καλαμά, ο πόλεμος άρχισε με συναγερμούς μέσα στη νύχτα, βομβαρδισμούς και τις πρώτες απώλειες. Στρατιώτες έπαιρναν θέσεις στα ορύγματα, κάτοικοι αναζητούσαν καταφύγιο στις σπηλιές και οικογένειες άνοιγαν τα σπίτια τους σε όσους είχαν αποκοπεί από τις μονάδες τους.[1][4][5]

Η άμυνα στην Ήπειρο είχε ανατεθεί στην VIII Μεραρχία, υπό τον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο. Τα τμήματα προκαλύψεως είχαν αποστολή να αντισταθούν στη μεθόριο, να επιβραδύνουν τον αντίπαλο και στη συνέχεια να συμπτυχθούν στις προκαθορισμένες αμυντικές θέσεις.[3]

Η τελευταία νύχτα στην Πόβλα

Ο λοχίας και δάσκαλος Δημήτρης Λέντζαρης είχε επιστρατευθεί την 1η Οκτωβρίου 1940 και είχε τοποθετηθεί στον 2ο Λόχο, με έδρα την Πόβλα Φιλιατών. Λίγες ημέρες πριν από την εισβολή είχε μεταβεί στο Φιλιάτι για να ορκιστεί ως δάσκαλος ενώπιον του ειρηνοδίκη, καθώς είχε διοριστεί στην περιφέρεια Πωγωνίου. Στις 26 Οκτωβρίου, ανήμερα της γιορτής του, επέστρεψε στον λόχο.[1]

Στις 27 Οκτωβρίου, ενώ βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στην αίθουσα των αξιωματικών, το ιταλικό πρακτορείο «Στέφανι» μετέδωσε ισχυρισμούς για συμπλοκή στη Σαγιάδα και νεκρούς Ιταλούς και Αλβανούς στρατιώτες. Όπως θυμόταν ο Λέντζαρης, η είδηση διαψεύστηκε το ίδιο βράδυ από το Αθηναϊκό Πρακτορείο.[1]

Στις 11 τη νύχτα, ο ταγματάρχης Παπαγεωργίου επικοινώνησε τηλεφωνικά από το Φιλιάτι με τον λοχαγό Σκιαδόπουλο. Μία ώρα αργότερα δόθηκε εντολή να τοποθετηθούν διπλοσκοποί. Στην οροθετική γραμμή παρατηρούσαν κινήσεις ιταλικών περιπόλων και συνεννοήσεις με φανούς.[1]

Στις 3.10 τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου σήμανε συναγερμός.[1]

«Εσείς πηγαίνετε να καταλάβετε τις θέσεις σας»

Ο Λέντζαρης χρειάστηκε χρόνο για να συγκεντρώσει την ομάδα του. Την είχε αναλάβει μόλις δύο ή τρεις ημέρες νωρίτερα, μετά τη μετακίνησή του από το φυλάκιο Τσαμαντά. Οι περισσότεροι άνδρες υπηρετούσαν ως μάγειροι, ιπποκόμοι, κουρείς και υποδηματοποιοί. Δεν είχε προλάβει, όπως έγραφε, να μάθει ούτε τα ονόματά τους.[1]

Στις 5 το πρωί η ομάδα ήταν συγκεντρωμένη και εξοπλισμένη μπροστά στο γραφείο του λόχου. Εκεί ο λοχαγός τούς ενημέρωσε για τις ιταλικές απαιτήσεις και την άρνηση της ελληνικής κυβέρνησης.[1]

«Εσείς πηγαίνετε να καταλάβετε τις θέσεις σας και αργότερα θα διατάξω τι θα κάνετε. Φοβάστε;» τους είπε, σύμφωνα με τον Λέντζαρη.

«Όχι», απάντησαν όλοι μαζί.[1]

Η ομάδα πήρε θέσεις στα ορύγματα που κάλυπταν την οδό προς και από το φυλάκιο «Χορμούλι». Στις 5.35 η ανάπτυξή της είχε ολοκληρωθεί. Οι στρατιώτες ακόμη δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι άρχιζε πόλεμος. Περίμεναν να ξημερώσει και να επιστρέψουν στον λόχο.[1]

Ο πρώτος πυροβολισμός ακούστηκε, κατά την εκτίμηση του Λέντζαρη, γύρω στις 6.30 με 6.50. Ο ίδιος διευκρίνιζε ότι δεν είχε ρολόι. Αρχικά νόμισαν πως επρόκειτο για εκπυρσοκρότηση. Αμέσως μετά, μία οβίδα πέρασε προς την Πόβλα. Ακολούθησαν άλλες, μαζί με πυρά πολυβόλων, όλμων και τουφεκιών. Μέσα στον βομβαρδισμό ακούστηκε η σάλπιγγα του λόχου.[1]

Οι πρώτες απώλειες και η φυγή από τους Φιλιάτες

Στους Φιλιάτες, ανάμεσα στα θύματα του βομβαρδισμού ήταν ο Παναγιώτης Κύρκος, πρόεδρος της τότε Κοινότητας Φιλιατών, και ο γιος του Δημήτρης.[5]

Στην Πλακωτή, ο Γρηγόρης Αηδόνης θυμόταν ότι οι κάτοικοι έτρεξαν στο σχολείο για να προστατευθούν από τον βομβαρδισμό. Η τρίχρονη ανιψιά του Αθηνά, κόρη του Βασίλη και της Ελένης, χτυπήθηκε στο κεφάλι από πέτρα που εκτινάχθηκε έπειτα από έκρηξη βόμβας. Σύμφωνα με την αφήγησή του, οι γονείς της προσπάθησαν να τη μεταφέρουν στους στρατιωτικούς γιατρούς στο αεροδρόμιο της Βέλλιανης, αλλά το παιδί πέθανε πριν φθάσουν.[6]

Ο Γιώργος Ταφέκης θυμόταν ότι τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου ο πατέρας του ξύπνησε την οικογένεια και έφυγαν προς την Αγία Τριάδα. Από εκεί συνέχισαν προς την Ελαία, πέρασαν τον Καλαμά και κατευθύνθηκαν στην Παραμυθιά. Στη διαδρομή κρύβονταν στα δέντρα όταν περνούσαν αεροπλάνα.[5]

Από την Παραμυθιά, η Κωνστάντω Κόκκορη–Καράμπελα περιέγραφε τη δική της οικογένεια να φεύγει νύχτα. Η μητέρα της, που δεν είχε ακόμη σαραντίσει, κρατούσε στην αγκαλιά το νεογέννητο παιδί και μετέφερε τη σαρμανίτσα με λίγα πράγματα. Στο Ζερβοχώρι, ο Αρσένιος Μαραζόπουλος θυμόταν τους κατοίκους να παίρνουν όσα μπορούσαν από τα σπίτια τους και να ανεβαίνουν στις σπηλιές του Κορύλα.[6]

Στο Μαργαρίτι, ο Ευάγγελος Μπακαγιάννης θυμόταν την οικογένειά του να καταφεύγει πρώτα στην Πάργα και κατόπιν στους Παξούς. Η οικογένεια του Δημήτρη Μάτη έφυγε για το Αγρίνιο, όπου ζούσε συγγενής της, ενώ άλλοι κάτοικοι αναζήτησαν καταφύγιο στην Πάργα και σε χωριά της Πρέβεζας.[6]

Η υποχώρηση προς το εικόνισμα της Πόβλας

Γύρω στις 7.30 με 8 το πρωί, στην Πόβλα, έφθασε σύνδεσμος με εντολή προς την ομάδα του Λέντζαρη να υποχωρήσει προς το εικόνισμα. Μαζί με τον λοχία και τους άνδρες του βρισκόταν ο ανθυπασπιστής Ζανουδάκης, ο οποίος είχε επιστρέψει από επιθεώρηση των φυλακίων.[1]

Κινήθηκαν μέσα από βάτα και θάμνους, σε ανηφορικό μονοπάτι, ενώ οι οβίδες συνέχιζαν να πέφτουν κοντά τους. Λίγο πριν φθάσουν στο σημείο όπου περίμεναν να συναντήσουν τον λόχο, διέκριναν τρεις Ιταλούς στρατιώτες στην απέναντι πλαγιά.[1]

Ο Ζανουδάκης αποφάσισε να κινηθεί πρώτος με τον οπλοπολυβολητή και μερικούς άνδρες. Ο λοχίας θα έμενε πίσω με τους υπόλοιπους, για να τους καλύψει, και στη συνέχεια θα ακολουθούσε με την υποστήριξη της πρώτης ομάδας.[1]

Η κίνηση άρχισε, αλλά το οπλοπολυβόλο της προπορευόμενης ομάδας σταμάτησε να βάλλει. Ο Λέντζαρης και οι τρεις άνδρες που βρίσκονταν μαζί του προσπάθησαν να προχωρήσουν με άλματα. Μια οβίδα έπεσε πίσω τους, σε μικρή απόσταση, και τον καθήλωσε στο έδαφος.[1]

Όταν κοίταξε γύρω του, δεν είδε κανέναν από τους στρατιώτες του. Αναρωτιόταν αν είχαν σκοτωθεί, αιχμαλωτιστεί ή κρυφτεί. Μπροστά του περνούσαν πλέον Ιταλοί στρατιώτες.[1]

Από τη Βάναρη στον Καλαμά

Ο Γιάννης Κόντης, επικεφαλής ομάδας πολυβόλου του λόχου στη Βάναρη, επέστρεφε από άδεια όταν άρχισαν οι εκρήξεις. Όταν έφθασε, ο λόχος είχε ήδη μετακινηθεί. Με τους στρατιώτες που βρήκε εκεί πήραν το πολυβόλο και έπιασαν θέση σε αντέρεισμα που έλεγχε τον δρόμο από το Πλαίσιο.[4]

Σύμφωνα με την αφήγησή του, έβαλαν εναντίον των Ιταλών και στη συνέχεια αποχώρησαν, όταν δέχθηκαν πυκνά πυρά. Πέρασαν μέσα από το Φιλιάτι και κινήθηκαν προς τον Καλαμά. Τον διέσχισαν με τη λούντρα, τη μετακινούμενη σχεδία, για να φθάσουν στις ελληνικές αμυντικές θέσεις.[4]

Στα γύρω χωριά έφθαναν κάτοικοι που είχαν εγκαταλείψει τους Φιλιάτες. Στο Φοινίκι, ο Παναγιώτης Μήτσης θυμόταν οικογένειες να περνούν τη νύχτα στη μεγάλη σπηλιά του χωριού και άλλες να φιλοξενούνται στα ψηλότερα σπίτια, ώστε να μπορούν να φύγουν προς το βουνό.[4]

Μια ημέρα στα βάτα, ένα καταφύγιο στο Παλαιοχώρι

Ο Λέντζαρης πέρασε την υπόλοιπη ημέρα κρυμμένος μέσα στα βάτα. Στα διαστήματα ησυχίας αναζητούσε γύρω του ίχνη των ανδρών του, χωρίς αποτέλεσμα.[1]

Όταν νύχτωσε, κινήθηκε προς το Παλαιοχώρι των Αγίων Πάντων. Είχε μαζί του μόνο τη χλαίνη και μία χειροβομβίδα Μιλς. Το όπλο και τα υπόλοιπα πράγματά του τα είχε κρύψει. Στη νυχτερινή διαδρομή χρειάστηκε να μείνει ακίνητος, ενώ περνούσε δίπλα του ομάδα ενόπλων, τους οποίους ο ίδιος αναγνώρισε ως Αλβανούς ατάκτους.[1]

Τις πρωινές ώρες έφθασε σε ένα σπίτι και κρύφτηκε στο σκοτεινό υπόγειο. Αργότερα μπήκαν στο κτίριο Ιταλοί στρατιώτες. Ένας κοίταξε από την πόρτα του υπογείου, χωρίς να τον αντιληφθεί. Από πάνω άκουγε τους υπόλοιπους να αναποδογυρίζουν έπιπλα και να παίρνουν αντικείμενα.[1]

Το μεσημέρι επέστρεψαν τέσσερις γυναίκες της οικογένειας. Όταν βγήκε από την κρυψώνα του και τους διηγήθηκε τι είχε συμβεί, τον περιποιήθηκαν και του έδωσαν πολιτικά ρούχα. Όπως κατέγραψε, έμεινε περισσότερες από δέκα ημέρες στο σπίτι του Γ. Μάνθου.[1]

Ο αποχαιρετισμός στη Σέλλιανη

Στη Σέλλιανη, οι στρατεύσιμοι συγκεντρώθηκαν στις 29 Οκτωβρίου σε σπίτι του χωριού, μαζί με συγγενείς και συγχωριανούς. Το επόμενο πρωί, οι κάτοικοι μαζεύτηκαν στην πλατεία για να τους αποχαιρετήσουν, με ευχές να επιστρέψουν γεροί και νικητές.[6]

Η σύγκρουση στο Ράγιο

Στις 29 Οκτωβρίου, στην περιοχή του Ραγίου, σημειώθηκε σύγκρουση με ιταλικό αναγνωριστικό τμήμα, κατά την οποία σκοτώθηκε ο επικεφαλής Ιταλός αξιωματικός. Η ενέργεια αυτή συνδέθηκε αργότερα με τις κατηγορίες εναντίον κατοίκων της Ηγουμενίτσας που συνελήφθησαν μετά την είσοδο των Ιταλών στην πόλη.[6][9]

Οι βολές του ελληνικού πυροβολικού

Τις επόμενες ημέρες, το ελληνικό πυροβολικό έβαλλε κατά των ιταλικών δυνάμεων στην περιοχή των Φιλιατών και του Καλαμά. Ο Παναγιώτης Μήτσης αναφέρει παρατηρητήριο στην Ντούλκα και πλήγματα εναντίον συγκεντρωμένων Ιταλών στρατιωτών στην περιοχή Τάκα.[2]

Στις 30 Οκτωβρίου, ο Ιταλός υπολοχαγός Καμπιόνε κατέγραψε τον θάνατο του διοικητή του 32ου Συντάγματος στους Φιλιάτες. Ο συνταγματάρχης είχε μεταβεί σε παρατηρητήριο για να εντοπίσει από πού έβαλλε ελληνική πυροβολαρχία, όταν σκοτώθηκε από οβίδα.[2]

Η διάβαση του Καλαμά και η κατάληψη της Ηγουμενίτσας

Στις αρχές Νοεμβρίου οι επιχειρήσεις επεκτάθηκαν στη γραμμή του Καλαμά. Στις 5 Νοεμβρίου οι Ιταλοί βομβάρδισαν, μεταξύ άλλων, την περιοχή Παραποτάμου, της τότε Βάρφανης.[3]

Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία του ΓΕΣ, την ίδια ημέρα κατάφεραν να ζεύξουν τον ποταμό στην περιοχή Τσιφλίκι και να δημιουργήσουν μικρό προγεφύρωμα νότια του Καλαμά. Την επομένη, 6 Νοεμβρίου, διεύρυναν το προγεφύρωμα και κατέλαβαν την Ηγουμενίτσα.[3]

Οι περιορισμένες ελληνικές δυνάμεις της περιοχής συμπτύχθηκαν νοτιότερα. Η VIII Μεραρχία διέταξε την απόσυρσή τους στην τοποθεσία όρη Σουλίου–Αχέροντας, για να καλύψουν τις διαβάσεις προς την Πρέβεζα και τα Ιωάννινα.[3]

Στην τοποθεσία Ελαίας, όμως, οι επανειλημμένες ιταλικές επιθέσεις αποκρούστηκαν. Η αδυναμία διάρρηξης της ελληνικής άμυνας ανέκοψε την επιχείρηση προέλασης στην Ήπειρο.[3]

Οι συλλήψεις και οι εκτελέσεις στην Ηγουμενίτσα

Μετά την κατάληψη της Ηγουμενίτσας συνελήφθησαν ο Χρήστος Πιτούλης, ο Χρήστος Τσώνης και ο Βασίλειος Πιτούλης. Οδηγήθηκαν σε ιταλικό στρατοδικείο στο Γραικοχώρι, κατηγορούμενοι για συμμετοχή στη σύγκρουση με την ιταλική περίπολο. Ο Χρήστος Πιτούλης και ο Χρήστος Τσώνης καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν στην Ηγουμενίτσα. Ο Βασίλειος Πιτούλης στάλθηκε στην Ιταλία.[6]

Η Ελένη Πιτούλη, μεταφέροντας την οικογενειακή αφήγηση, τοποθετεί την εκτέλεση στις 8 Νοεμβρίου 1940, στη θέση Μόλιζα, κοντά στη θάλασσα. Θυμάται τον Χρήστο Τσώνη ως έναν άνδρα 25 ετών, που άφησε πίσω του τη σύζυγο και δύο μικρά παιδιά.[9]

Η πυρπόληση και η αντίσταση στην Παραμυθιά

Στις αρχές Νοεμβρίου, ιταλικό απόσπασμα μαζί με ενόπλους μουσουλμάνους Τσάμηδες μπήκε στην Παραμυθιά. Ο Κωνσταντίνος Νικ. Καλύβας θυμόταν ότι πυρπολήθηκε το οικοδομικό συγκρότημα απέναντι από τον φούρνο του Λάμπρου Μίχου. Ανάμεσα στα καταστήματα που κάηκαν ήταν το καφεζαχαροπλαστείο του Σωτήρη Κουτούπη και το ραφείο του πατέρα του, Νικόλα Καλύβα.[6]

Κατά την ίδια αφήγηση, όταν ακούστηκαν πυροβολισμοί από τις ελληνικές θέσεις γύρω από την πόλη, το απόσπασμα αποχώρησε προς τη Μαζαρακιά. Ο Βασίλης Παυλίδης περιγράφει και την κινητοποίηση ενόπλων κατοίκων από το Καρυώτι και την Ψάκκα, οι οποίοι πήραν θέση στο Ταμπούρι και άνοιξαν πυρ εναντίον των επιτιθέμενων.[6]

Οι άνθρωποι που επιστρατεύθηκαν

Ανάμεσα στους επιστρατευμένους στο Φιλιάτι ήταν και ο πατέρας του Χρήστου Στεφ. Ευαγγέλου. Ήταν 33 ετών, με οικογένεια και μικρά παιδιά. Θυμόταν τον λοχαγό να τους μιλά για τον εχθρό που είχε φθάσει στον τόπο και στα σπίτια τους και τους στρατιώτες να απαντούν ότι θα πολεμούσαν με όποιο μέσο διέθεταν.[7]

«Τα λέγαμε και τα πιστεύαμε», έλεγε στον γιο του.[7]

Στον πόλεμο επιστρατεύθηκε και ο δάσκαλος Σωτήριος Νικ. Μούτσος, από τη Γλούστα, το σημερινό Κεφαλοχώρι Φιλιατών. Είχε διδάξει στο Νεροχώρι, στα Πηγαδούλια, στην Κοκκινιά και στο Φοινίκι. Από τις 26 Αυγούστου 1935 υπηρετούσε στο Δημοτικό Σχολείο της Γλούστας.[8]

Ήταν έφεδρος δεκανέας του 85ου Συντάγματος Πεζικού της 8ης Μεραρχίας. Σκοτώθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1941 στο ύψωμα Γκολέμι 1410, στο Τεπελένι. Τέσσερις μήνες αργότερα, η σύζυγός του Σταματία Ματθαίου Πλόκα, από τη Λίστα Φιλιατών, γέννησε την κόρη τους. Την ονόμασαν Σωτηρία.[8]

Η υποχώρηση προς την Αλβανία

Η ελληνική αντεπίθεση ανάγκασε τις ιταλικές δυνάμεις να εγκαταλείψουν τις θέσεις που είχαν καταλάβει στη Θεσπρωτία και να υποχωρήσουν προς τα σύνορα. Ο Δημήτρης Μάτης θυμόταν ότι η παραμονή τους στο Μαργαρίτι ήταν σύντομη και ότι αποχώρησαν όταν δέχθηκαν την επίθεση του ελληνικού στρατού.[6]

Μαζί με τους Ιταλούς αποχώρησαν Αλβανοί εθελοντές και μουσουλμάνοι Τσάμηδες που είχαν συνεργαστεί μαζί τους ή είχαν εκτεθεί στην υποδοχή των δυνάμεων εισβολής.[6]

Η επιστροφή στους Φιλιάτες

Στις 22 Νοεμβρίου, ο Παναγιώτης Μήτσης θυμόταν να βλέπει Έλληνες στρατιώτες να ανεβαίνουν από την Ελαία προς το Φιλιάτι. Έτρεξαν να τους συναντήσουν στην είσοδο της πόλης, αλλά εκείνοι τους συνέστησαν να απομακρυνθούν: μπροστά υπήρχαν ακόμη ιταλικά τμήματα.[4]

Ύστερα από περισσότερες από τρεις εβδομάδες, η ιταλική κατοχή των Φιλιατών τελείωνε. Για όσους είχαν καταφύγει στα γύρω χωριά, η επιστροφή του ελληνικού στρατού άνοιγε τον δρόμο προς τα σπίτια τους.[4]

Το ίδιο βράδυ, στο Φοινίκι, στρατιώτες του Τάγματος Φιλιατών ζήτησαν από τους κατοίκους ψωμί και ό,τι άλλο μπορούσαν να προσφέρουν. Το τάγμα είχε προελάσει γρήγορα και είχε αποκοπεί από την επιμελητεία. Οι φούρνοι του χωριού άναψαν για να ετοιμαστεί το ψωμί των στρατιωτών που συνέχιζαν προς τα σύνορα.[4]

Ιστορική Επιμέλεια: Δημοσθένης Παπαβασιλείου – Γκόρος

Πηγές

[1] Δημήτρης Λέντζαρης, προσωπική αφήγηση, όπως δημοσιεύεται στο «28 Οκτωβρίου 1940: Η επίθεση των Ιταλών στο προκεχωρημένο φυλάκιο της Πόβλας Φιλιατών», Thespro.gr, 28 Οκτωβρίου 2016.

[2] Γιώργος Κώτσης, «Φιλιάτες, Μνημείο του ’40», Νέα των Φιλιατών, 15 Σεπτεμβρίου 2018. Περιλαμβάνει αποσπάσματα του Καμπιόνε και του βιβλίου «Θυμάμαι» του Παναγιώτη Μήτση.

[3] ΓΕΣ / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, «Η μάχη Ελαίας–Καλαμά», από την Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού Πολέμου 1940–41, σ. 48–51, δημοσιευμένη στον ιστότοπο του ΓΕΕΘΑ. Συμπληρωματικά: «Μάχη Πίνδου–Ελαίας–Καλαμά, 28 Οκτωβρίου–13 Νοεμβρίου 1940», Πύλη Ενημέρωσης Προσωπικού ΓΕΣ.

[4] Μαθητές Δ΄ τάξης Δημοτικού Σχολείου Γραικοχωρίου – Ελένη Καλαμπάκα, «Οι πρώτες μέρες του πολέμου στη Θεσπρωτία», στην ανάρτηση της 30ής Οκτωβρίου 2019 στο ιστολόγιο της εκπαιδευτικού. Περιλαμβάνει την αφήγηση του Γιάννη Κόντη και αποσπάσματα από το βιβλίο «Θυμάμαι» του Παναγιώτη Μήτση.

[5] Γιώργος Ταφέκης, «Μνήμες από ένα επεισόδιο λίγες τις μέρες πριν από τον πόλεμο», Νέα των Φιλιατών, φύλλο 185, Οκτώβριος 2014. Διαδικτυακή αναδημοσίευση με τίτλο «Φιλιάτες, σαν σήμερα 23 Οκτώβρη 1940».

[6] Μάριος Αναστασίου Μπίκας, «Η Θεσπρωτία την 28η Οκτωβρίου 1940 — το ΟΧΙ των Ελλήνων», Paramythianews. Προφορικές μαρτυρίες των Γρηγόρη Αηδόνη, Ευάγγελου Μπακαγιάννη, Δημήτρη Μάτη, Κωνστάντως Κόκκορη–Καράμπελα, Κωνσταντίνου Νικ. Καλύβα και Αρσενίου Μαραζόπουλου. Περιλαμβάνονται αποσπάσματα των Ιωάννη Αρχιμανδρίτη, «Τσάμηδες της Θεσπρωτίας», Γεωργιάδης, 1951, σ. 50–55· Βασίλη Παυλίδη, «Οι Αλβανοτσάμηδες της περιοχής Παραμυθιάς και η Κατοχή», 1974, σ. 22 κ.ε. και 24· Σταύρου Η. Παπαμώκου, «Η Σέλλιανη…», Αθήνα 1997, σ. 171–174· Γιάννη Παρόλα, «Γη Θεσπρωτών», τ. Α΄, Τέσσερα πι Α.Ε., 2011, σ. 252· Βασίλη Κραψίτη, «Ιστορική αλήθεια για τους μουσουλμάνους Τσάμηδες», Αθήνα 1992, σ. 96–97· Γιώργου Μαργαρίτη, «Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες», Αθήνα 2005, σ. 149. Τα αποσπάσματα χρησιμοποιήθηκαν όπως παρατίθενται στο άρθρο.

[7] Χρήστος Στεφ. Ευαγγέλου, «28η Οκτωβρίου 1940 — Το μυστικό της υπεροχής», κείμενο με ημερομηνία «Πλαταριά, 24 Οκτωβρίου 2015», αναδημοσιευμένο στο Thespro.gr. Χρησιμοποιήθηκε η οικογενειακή αφήγηση για την επιστράτευση στο Φιλιάτι.

[8] «Ο Γλουστινός δάσκαλος Σωτήριος Μούτσος, ήρωας του πολέμου ’40–’41», ιστολόγιο «Κεφαλοχώρι (Γλούστα) Φιλιατών–Θεσπρωτίας». Το βιογραφικό σημείωμα παραπέμπει στην έκδοση ΓΕΣ / Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού «Αγώνες και νεκροί του ελληνικού στρατού κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο 1940–45», σ. 302.

[9] Ελένη Πιτούλη, «Μεγαλώνοντας σε ένα “μεγάλο σπίτι”: Η Ελένη Πιτούλη μιλά για το Πιτουλαίικο και τη ζωή της στην Ηγουμενίτσα», συνέντευξη στη Γιαννούλα Αποστόλου, 30 Οκτωβρίου 2021, αρχείο Istorima, EL-20175. Οικογενειακή αφήγηση για τη σύγκρουση στο Ράγιο και την εκτέλεση των Χρήστου Πιτούλη και Χρήστου Τσώνη.