Απαιτείται δικαιοσύνη στη φορολόγηση των ακινήτων

bezas_antΤου Αντώνη Μπέζα (*)

AΠΟ ΤΟ 2009 ΚΑΙ ΜΕΤΑ υιοθετήθηκε μια σειρά  φορολογικών μέτρων σε βάρος της ακίνητης περιουσίας, με κυριότερα, το δεκαπλασιασμό του ΕΤΑΚ μέσω της αντικατάστασής του από το ΦΑΠ, το δεκαπλασιασμό του φόρου γονικής παροχής-κληρονομιάς, τη δυνατότητα δεκαπλασιασμού του ΤΑΠ, το τεκμήριο διαβίωσης σε κατοικίες και την κατάργηση του αφορολογήτου των μισθωμάτων και της απαλλαγής για κάθε δαπάνη στα κτίρια.  Επιπλέον, θεσμοθετήθηκε μια  σειρά εκτάκτων εισφορών αλληλεγγύης  και σωρεία επιθεωρήσεων, πιστοποιητικών κλπ. με αμοιβές σε βάρος των ιδιοκτητών. Όπως είναι φυσικό, τα μέτρα αυτά, σε συνδυασμό με τις ισχύουσες βαρύτατες ποινές για όσους αδυνατούν να πληρώσουν τις οφειλές από ΦΑΠ και λοιπούς ετήσιους φόρους ακινήτων,  οδήγησαν σε  απαξίωση τα ακίνητα και σε δύσκολη κατάσταση τους ιδιοκτήτες τους, που σταδιακά χάνουν κάθε πρόσοδο από αυτά λόγω της οικονομικής κρίσης. Παράλληλα, τα μέτρα αυτά  προκάλεσαν βαθύτατη κρίση  στην οικοδομή και τη κτηματαγορά και  σε όσους απασχολούνται σ’ αυτές.

ΜΕ ΒΑΣΗ ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ, η κυβέρνηση έχει μπροστά της μια μεγάλη πρόκληση. Μέσα από τον αναγκαίο εξορθολογισμό και την αναμόρφωση της φορολογίας των ακινήτων, να  μη θέσει από τη μια μεριά  σε κίνδυνο τους δημοσιονομικούς στόχους που έχουν τεθεί και να αποκαταστήσει από την άλλη  την κοινωνική δικαιοσύνη, που έχει πληγεί από την ισοπεδωτική  και υπέρμετρη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, καθώς  και την   ομαλή λειτουργία της αγοράς ακινήτων και του κατασκευαστικού κλάδου, που βρίσκονται σε περιδίνηση  προκαλώντας  αρνητικές επιπτώσεις σε ολόκληρη την οικονομία. Μπορεί κάτι τέτοιο να επιτευχθεί;  Η φορολογία των ακινήτων αποτελεί πραγματικότητα σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και επομένως υπάρχει επαρκής εμπειρία. Για να  πετύχει επομένως  το εγχείρημα, οι όποιες αλλαγές θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές και να ικανοποιούν βασικές αρχές, που έχουν διεθνώς γίνει αποδεκτές στην πράξη, στην πραγματική δηλαδή οικονομία.

1. ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΣΗΜΕΡΑ να επιβληθεί  στην Ελλάδα κανένας νέος φόρος στην ακίνητη περιουσία, γιατί η φοροδοτική ικανότητα  των ιδιοκτητών έχει  ήδη εξαντληθεί. Δεν υπάρχει πλέον ούτε τρέχον εισόδημα από ακίνητα που θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει τη φορολογία αυτή, ούτε αποταμίευση παρελθόντων ετών, ούτε δυνατότητα εκποίησης περιουσιακών στοιχείων για  εξυπηρέτηση  φορολογικών υποχρεώσεων σε μία αγορά χωρίς αγοραστές.

2. Ο ΝΕΟΣ ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΟΣ θα πρέπει να αντικαταστήσει και να ενσωματώσει όλους τους υπάρχοντες  φόρους στα ακίνητα, με ανακατανομή όμως του φορολογικού βάρους και διεύρυνση της φορολογικής βάσης ώστε να κατανεμηθούν τα βάρη δικαιότερα. Η ανακατανομή αυτή μπορεί να επιτευχθεί με μεγαλύτερη προοδευτικότητα του  φόρου,  ώστε η φορολογική επιβάρυνση να είναι ανάλογη με το μέγεθος της περιουσίας  και με την πρόβλεψη  ατομικού αφορολόγητου ποσού, αφού ο στόχος θα πρέπει να είναι η φορολόγηση του συσσωρευμένου πλούτου μέσω της συγκέντρωσης μεγάλης ακίνητης περιουσίας και όχι η πρώτη κατοικία. Επιπλέον, η  διεύρυνση της φορολογικής βάσης, θα πρέπει να προβλέπει σαφώς ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση  στα  ακαλλιέργητα αγροτεμάχια και τα μη εκμεταλλεύσιμα ακίνητα  εντός και εκτός σχεδίου.

3. ΤΕΛΟΣ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ παράλληλα να διορθωθούν οι στρεβλώσεις  που έχουν  δημιουργηθεί από τις μεγάλες διαφορές   μεταξύ  αντικειμενικών και  πραγματικών –εμπορικών αξιών. Αυτή η διόρθωση, σε πολλές περιπτώσεις μπορεί σήμερα να οδηγήσει ακόμη  και σε μειώσεις των αντικειμενικών αξιών  σε ορισμένες περιοχές.

(*) Ο Αντώνης Μπέζας  είναι Βουλευτής Θεσπρωτίας της Ν.Δ., Πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής και πρώην υφυπουργός Οικονομικών

Δημοσιεύθηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών»,

το Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013