Η Περιφέρεια Ηπείρου στηρίζει και αναγνωρίζει την προσφορά των εθελοντών

Εκδήλωση – συζήτηση στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Ημέρας Εθελοντισμού, για την αναγνώριση της προσφοράς των εθελοντών και τη διάδοση της κοινωνικής συνείδησης και αλληλεγγύης, πραγματοποίησε σήμερα η Περιφέρεια Ηπείρου με τη συμμετοχή εθελοντικών φορέων της περιοχής.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης παρουσιάστηκαν οι μέχρι σήμερα δράσεις της Διεύθυνσης Κοινωνικής Μέριμνας της Περιφέρειας, μεταξύ των οποίων το Δίκτυο Κοινωνικής Αλληλεγγύης και η οργάνωση Κοινωνικών Φροντιστηρίων, τα οποία αναπτύσσονται συνεχώς και χάρη στη συνδρομή των εθελοντών. 
Την εκδήλωση παρακολούθησαν εκ μέρους της Περιφέρειας, οι Αντιπεριφερειάρχες κ.κ. Ι. Καραμπίνας (αρμόδιος για θέματα Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Εθελοντισμού), Κ. Σιαράβας (αρμόδιος για τον τομέα Πολιτισμού και Πολιτιστικών Εκδηλώσεων) και Οδ. Πότσης (αρμόδιος για θέματα Πρόνοιας, Κοινωνικής Συνοχής και Αλληλεγγύης), ο περιφερειακός σύμβουλος κ. Πρ. Χατζηεφραιμίδης, καθώς και υπηρεσιακοί παράγοντες. Ομιλία πραγματοποίησε ο πρωτοπρεσβύτερος π. Λάμπρος Τσιάρας. 
Ακολουθεί η ομιλία του αρμόδιου Αντιπεριφερειάρχη για θέματα Εθελοντισμού κ. Ιωάννη Καραμπίνα:
“Η ενεργητική συμμετοχή του ανθρώπου στα κοινωνικά ζητήματα αποτέλεσε και αποτελεί έναν από τους βασικότερους όρους ύπαρξης και λειτουργίας του κοινωνικού σώματος αλλά και του κοινωνικού μέλους –μέρους- αυτού του σώματος.
Σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά γίνεται λόγος για την «κοινωνία των πολιτών». Ο όρος τα τελευταία χρόνια προβάλλεται διαρκώς. Πρόκειται για τη συμβιούσα ομάδα της οποίας τα μέλη είναι ενεργοί πολίτες, ασχολούνται, δηλαδή με τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις και διαθέτουν κοινωνική συνείδηση. Αυτό σημαίνει πως έχουν επίγνωση του γεγονότος ότι, από τη στιγμή που είναι μέλη μιας κοινωνίας οφείλουν να ενδιαφέρονται για το συλλογικό καλό και όχι μόνο για την προσωπική τους ευδοκίμηση, η οποία άλλωστε δεν μπορεί –κατά Αριστοτέλη- να πραγματωθεί έξω κι ανεξάρτητα από το «όλον» δεδομένης της κοινωνικής φύσης του ανθρώπου.
Ειδικά στην εποχή μας, η αναγκαιότητα της κοινωνικής συνείδησης είναι μεγάλη όση και ο ατομισμός ως κυρίαρχη στάση ζωής, εξαιτίας του καταναλωτικού πλαισίου ζωής και της απροσωπίας που χαρακτηρίζει τα μεγάλα αστικά κέντρα. 
Οι κοινωνικές ευαισθησίες του παραδοσιακού πολίτη έχουν υποχωρήσει. Η αδιαφορία, ένα διάχυτο πνεύμα παθητικότητας είναι αυτά που χαρακτηρίζουν το σύγχρονο άνθρωπο. Μια παθητικότητα που μπορεί να είναι και η απόρροια ενός εγωκεντρικού ατομικισμού, ο οποίος βαδίζει παράλληλα, αν δεν ταυτίζεται κιόλας, με την απάθεια, την αδιαφορία και την ιδιώτευση. Μέσα από την αδιαφορία το άτομο οδηγείται στη φανταστική διαφυγή που τόσο εξυπηρετεί, όταν αποφεύγει να δει κατάματα τον εαυτό του, τη μοίρα του και την ευθύνη του ως κοινωνικό ον.
Έτσι, όμως, διασπάται η σχέση αλληλεξάρτησης ανάμεσα στην κοινωνία και τα μέλη της και διαταράσσεται η συνοχή της κοινωνικής ομάδας αλλά και μετεωρίζεται η κοινωνική φύση του ανθρώπου. 
Ορίζεται, επομένως, ως αξία η κοινωνική ευθύνη, σήμερα και πάντα, για τη λειτουργία της Δημοκρατίας –όπου ο πολίτης αντιλαμβάνεται την ουσία της ύπαρξής του μόνο μέσα από το ρόλο του στο κοινωνικό γίγνεσθαι και για τη δικαίωση της δημιουργίας του, όπως νομοτελειακά προέκυψε από τη φύση για να συναποτελέσει κοινωνία. Πάλι κατά Αριστοτέλη –αλλά και για το αξιοβίωτο της κοινωνικής ζωής. 
Οδηγούμαστε, συνεπώς στην κοινωνική, ανιδιοτελή συμπεριφορά των ατόμων, στο πλαίσιο μιας οργανωμένης δραστηριότητας, με σκοπό την ευημερία του συνανθρώπου ή της κοινότητας.
Έτσι ορίζεται ο εθελοντισμός. Εκδηλώνεται με αρκετές και διαφορετικές μορφές. Άλλοτε σχετίζεται με τις παραδοσιακές συνήθειες αλληλεγγύης μεταξύ των μελών μιας κοινότητας που κινδυνεύει. Άλλοτε αποβλέπει στην ανακούφιση πληγέντων συνανθρώπων μας. Κάποτε εστιάζεται και στην επίλυση διενέξεων, την εξάλειψη της φτώχειας και άλλων συμφορών. Γι’ αυτό, άλλωστε και περιλαμβάνει προσπάθειες τοπικές και εθνικές, όπως και προγράμματα διμερή ή διεθνή. 
Εκείνο που πρέπει, πάντως, να τονιστεί είναι ότι σήμερα η ανάγκη για εθελοντική προσφορά είναι μεγαλύτερη παρά ποτέ, δεδομένων των αντίξοων επιπτώσεων των παγκόσμιων προβλημάτων όπως η χρήση ναρκωτικών, οι επιδημικές ασθένειες, η πείνα, οι ελλείψεις βασικών απαραίτητων εφοδίων για την επιβίωση (εμβόλια, φάρμακα, νερό), ο αναλφαβητισμός στις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, ειδικά στις τριτοκοσμικές χώρες. Πολλές εκστρατείες για τέτοια θέματα εξαρτώνται –σε πολύ μεγάλο βαθμό- από την εθελοντική εργασία. Οι εθελοντές διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο, τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά. Συμμετέχουν σε προγράμματα της κοινότητάς τους, σε εθνικά, αλλά και σε αντίστοιχα των Ηνωμένων Εθνών για την ανθρωπιστική βοήθεια, την τεχνική συνεργασία και την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του εκδημοκρατισμού και της ειρήνης.
Όμως, ενώ η συμβολή των εθελοντών είναι τεράστια, μεγάλο μέρος της εργασίας τους περνάει απαρατήρητη. Δεν αναγνωρίζεται, ακριβώς επειδή δεν είναι εργασία που αμείβεται από την αγορά. Η εθελοντική εργασία είναι αυθόρμητη, ανεπίσημη και δυστυχώς δεν υπάρχουν θεσμοί που να την προάγουν και να την ενισχύουν. Η κύρια αρετή ενός εθελοντή, ο αλτρουισμός, δεν τιμάται –όπως πρέπει- γιατί δεν αποτιμάται στην αγορά. Μόνο στην κλίμακα των αξιών, απ’ όποιον την εκτιμά κι αυτή. 
Χρειάζεται, λοιπόν, να αναγνωριστεί και επίσημα ο εθελοντισμός και ως δείκτης μεγέθους κάθε πολιτισμού και κάθε κοινωνίας. Αλλά και στα πλαίσια της συμβολής του στην εθνική ευημερία και πρόοδο που επιτυγχάνεται πρώτα με την αυθόρμητη συμμετοχή των κινητοποιημένων πολιτών και έπειτα με τις πρωτοβουλίες των κυβερνήσεων –χωρίς, ασφαλώς, αυτό να σημαίνει πως θα πρέπει να καλείται ο εθελοντισμός σε αντικατάσταση του κράτους, το οποίο, εξ ορισμού, οφείλει να είναι προνοιακό. Θα μπορούσαν να θεσπίσουν βραβεία κι όσα υπάρχουν να αναδειχθούν, για την ατομική εθελοντική δράση, την ομαδική, την τοπική, σε επίπεδο εθνικό, ακόμα και σε διεθνές. 
Αυτό το κενό επίσημης αναγνώρισης φιλοδοξεί να καλύψει –εν μέρει, έστω- η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ που ορίζει την 5η Δεκεμβρίου ως Διεθνή Ημέρα των Εθελοντών. 
Είναι δεδομένο, λοιπόν, ότι καλείται η εθελοντική εργασία να ασχοληθεί με προβλήματα πρωταρχικού ενδιαφέροντος στον κοινωνικό, πολιτιστικό και ανθρωπιστικό, κυρίως, τομέα, καθώς και σ’ αυτόν της οικοδόμησης της διεθνούς ειρήνης. Πρέπει πια να εμπεδωθεί η φιλοσοφία ότι η απάντηση στα φαινόμενα της παθητικοποίησης και της κοινωνικής αδιαφορίας μπορεί να δοθεί μέσα από την κοινωνική προσπάθεια και τα «συλλογικά οράματα» που θα συσπειρώσουν τις ατομικές και κοινωνικές δυνάμεις στο χτίσιμο μιας κοινωνίας ανθρώπινης. Μια κοινωνίας όπου το κάθε μέλος της θα ενδιαφέρεται για τις κοινωνικές υποθέσεις έτσι που αυτές να γίνονται προσωπικές”.