Από περίπου 497 περιορίστηκαν στα 171 στρέμματα μέσα σε έναν χρόνο – Μείωση και στον αριθμό των παραγωγών
Μεγάλη μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων με αρωματικά φυτά καταγράφηκε στη Θεσπρωτία μέσα σε έναν χρόνο, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του ΟΣΔΕ που διαβιβάστηκαν στη Βουλή από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Το 2024 στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσπρωτίας είχαν δηλωθεί 49,74 εκτάρια, δηλαδή περίπου 497 στρέμματα, με αρωματικά φυτά. Το 2025 η έκταση περιορίστηκε στα 17,14 εκτάρια, τα οποία αντιστοιχούν σε περίπου 171 στρέμματα.
Η διαφορά φτάνει τα 32,6 εκτάρια ή 326 στρέμματα. Πρόκειται για μείωση περίπου 66% μέσα σε μόλις έναν χρόνο.
Πτώση καταγράφηκε και στον αριθμό των παραγωγών. Το 2024 εμφανίζονταν στο ΟΣΔΕ 56 παραγωγοί αρωματικών φυτών στη Θεσπρωτία, ενώ το 2025 ο αριθμός τους μειώθηκε στους 46. Η μείωση ανέρχεται σε περίπου 18%.
Η υποχώρηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων είναι πολύ μεγαλύτερη από τη μείωση του αριθμού των παραγωγών. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι περιορίστηκε σημαντικά και η μέση έκταση που αντιστοιχεί σε κάθε παραγωγό.
Μείωση των καλλιεργειών καταγράφηκε και στην Περιφερειακή Ενότητα Ιωαννίνων. Οι εκτάσεις υποχώρησαν από 178,48 εκτάρια το 2024 σε 87,09 το 2025, ενώ οι παραγωγοί μειώθηκαν από 197 σε 159.
Στη Φλώρινα η μεταβολή ήταν μικρότερη. Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις περιορίστηκαν από 191,73 σε 183,28 εκτάρια και οι παραγωγοί από 182 σε 169.
Από τη σύγκριση των επίσημων στοιχείων προκύπτει ότι η Θεσπρωτία παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση εκτάσεων μεταξύ των τριών Περιφερειακών Ενοτήτων.
Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης επισημαίνει ότι η καλλιέργεια και η μεταποίηση αρωματικών φυτών μπορούν να χρηματοδοτηθούν μέσα από παρεμβάσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής 2023-2027.
Στις διαθέσιμες δυνατότητες περιλαμβάνονται η βιολογική γεωργία, τα Σχέδια Βελτίωσης, η πρώτη εγκατάσταση νέων αγροτών, τα τοπικά προγράμματα LEADER και οι επενδύσεις για μονάδες ξήρανσης, επεξεργασίας, τυποποίησης και συσκευασίας.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν σημαντική υποχώρηση μιας καλλιέργειας που θα μπορούσε να προσφέρει προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας και πρόσθετες παραγωγικές δυνατότητες στις αγροτικές και ορεινές περιοχές της Θεσπρωτίας.
