Η Εγνατία Οδός κατασκευάστηκε για να κάνει τις μετακινήσεις γρηγορότερες, ασφαλέστερες και λιγότερο κουραστικές. Κι όμως, για όσους τη διασχίζουν σήμερα προς και από την Ήπειρο, η οδήγηση έχει μετατραπεί σε μια διαρκή δοκιμασία.

Και δεν είναι μόνο οι καθυστερήσεις. Είναι κυρίως ο τρόπος με τον οποίο οδηγείς επί δεκάδες χιλιόμετρα: λωρίδα που κλείνει, κώνοι και κολωνάκια, μετατόπιση στην άλλη λωρίδα, όριο 60 χιλιομέτρων, ξανά άνοιγμα του δρόμου, επιτάχυνση και λίγο παρακάτω νέα στένωση. Ένας αυτοκινητόδρομος που απαιτεί πλέον από τον οδηγό συνεχή εγρήγορση όχι για τις φυσιολογικές συνθήκες κυκλοφορίας, αλλά για να παρακολουθεί πού αρχίζει και πού τελειώνει η επόμενη εργοταξιακή ρύθμιση.

Κάπως έτσι δημιουργείται και το γνωστό «φαινόμενο ακορντεόν». Το πρώτο όχημα φρενάρει λίγο, το επόμενο περισσότερο, το τρίτο ακόμη περισσότερο και η επιβράδυνση μεταδίδεται προς τα πίσω μέχρι που, χωρίς να υπάρχει απαραίτητα τροχαίο ή άλλο έκτακτο συμβάν, η κυκλοφορία μπορεί να φτάσει σε πλήρη ακινητοποίηση. Όταν μάλιστα η ροή διοχετεύεται από δύο λωρίδες σε μία και στη συνέχεια ξανανοίγει, οι συνεχείς επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις κάνουν το φαινόμενο ακόμη εντονότερο.

Υπάρχει όμως και κάτι που δύσκολα αποτυπώνεται σε μια απόφαση κυκλοφοριακών ρυθμίσεων: η κόπωση του οδηγού. Δεν κουράζει μόνο η μεγάλη ταχύτητα. Κουράζει και η συνεχής εναλλαγή συνθηκών. Να κοιτάς διαρκώς τα κολωνάκια, να υπολογίζεις τη στένωση, να περιμένεις την επόμενη αλλαγή λωρίδας, να φρενάρεις, να επιταχύνεις, να ξαναφρενάρεις. Η μονότονη επανάληψη αυτής της διαδικασίας αυξάνει το νοητικό φορτίο και, όσο περνά η ώρα, μειώνει την άνεση και την ποιότητα της οδήγησης.

Και υπάρχει το ακόμη πιο δυσάρεστο «σάντουιτς» ανάμεσα στις νταλίκες. Στην Εγνατία κινείται μεγάλος αριθμός βαρέων οχημάτων. Όταν δύο λωρίδες περιορίζονται σε μία, ένα Ι.Χ. μπορεί να βρεθεί για αρκετή ώρα ανάμεσα σε δύο φορτηγά: μια νταλίκα μπροστά, μία πίσω, περιορισμένος χώρος δεξιά και αριστερά από τα μέσα εργοταξιακής σήμανσης. Η ορατότητα περιορίζεται, η αίσθηση του διαθέσιμου χώρου μικραίνει και η πίεση στον οδηγό αυξάνεται. Κι όταν η κυκλοφορία σταματά και ξεκινά συνεχώς, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δυσάρεστη.

Γι’ αυτό και η μονότονη επίκληση της «οδικής ασφάλειας» δεν αρκεί. Μια κυκλοφοριακή ρύθμιση μπορεί να έχει σχεδιαστεί για λόγους ασφαλείας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συνέπεια της εφαρμογής της είναι αυτομάτως ασφαλής. Η ασφάλεια πρέπει να εξετάζεται συνολικά: οι ουρές που δημιουργούνται, οι απότομες επιβραδύνσεις, οι επαναλαμβανόμενες αλλαγές λωρίδας, η συνύπαρξη Ι.Χ. και βαρέων οχημάτων σε μία στενή λωρίδα, η κόπωση και, βεβαίως, η δυνατότητα διέλευσης ενός ασθενοφόρου ή ενός πυροσβεστικού όταν ο δρόμος έχει μπλοκάρει.

Και υπάρχει ακόμη μία αντίφαση. Μιλάμε για κλειστό αυτοκινητόδρομο με διόδια, στον οποίο ο οδηγός πληρώνει για μια συγκεκριμένη ποιότητα και ασφάλεια μετακίνησης. Δεν μπορεί επί μήνες η κανονικότητα να είναι τα 60 χιλιόμετρα, οι κλειστές λωρίδες, τα κολωνάκια, οι ουρές και οι συνεχείς παρατάσεις και κάθε ερώτημα να απαντάται με δύο λέξεις: «για λόγους ασφαλείας».

Γιατί κάποια στιγμή η συζήτηση πρέπει να αντιστραφεί: οι ίδιες οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, όταν διαρκούν τόσο πολύ και εφαρμόζονται σε τόσο μεγάλη έκταση, τι νέους κινδύνους δημιουργούν;

Οι οδηγοί της Ηπείρου δεν χρειάζονται άλλη μία διαβεβαίωση ότι όλα γίνονται για το καλό τους. Χρειάζονται έναν αυτοκινητόδρομο που να λειτουργεί ως αυτοκινητόδρομος. Με σαφείς ρυθμίσεις, όσο το δυνατόν μικρότερη διάρκεια περιορισμών και, κυρίως, με πραγματική μέριμνα για την κυκλοφορία και την ασφάλεια.

Γιατί, ύστερα από τόσα χιλιόμετρα με φρένο, γκάζι, ξανά φρένο, κολωνάκια και νταλίκες μπρος και πίσω, η αγανάκτηση των οδηγών μπορεί πλέον να χωρέσει σε μία μόνο φράση:

Αχ, Εγνατία… η οδήγηση κατάντησε αηδία.