Στην Ελλάδα υπάρχει μια συνταγή που επαναλαμβάνεται με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια.
Κάθε φορά που μια κυβέρνηση θέλει να αλλάξει τον τρόπο διαχείρισης μιας δημόσιας περιουσίας, ενός οργανισμού ή μιας υποδομής, εμφανίζεται μια… Ανώνυμη Εταιρεία. Με σύγχρονο όνομα, ευέλικτη λειτουργία, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, λιγότερη γραφειοκρατία και πολλές υποσχέσεις για καλύτερη αξιοποίηση.
Τώρα ήρθε η σειρά της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού δημιουργεί τον «Οργανισμό Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.». Η λέξη-κλειδί δεν είναι η «προστασία». Είναι η «αξιοποίηση».
Ακούγεται ωραίο. Άλλωστε ποιος θα διαφωνούσε ότι η Δωδώνη, η Νικόπολη, τα Γίτανα ή το Νεκρομαντείο χρειάζονται καλύτερη προβολή, περισσότερους επισκέπτες, καλύτερες υποδομές και περισσότερους πόρους;
Το ερώτημα είναι άλλο.
Πόσες φορές έχουμε ξανακούσει την ίδια υπόσχεση;
Θυμόμαστε την Εγνατία Οδό Α.Ε. Μια εταιρεία που δημιουργήθηκε για να κατασκευάσει και να διαχειριστεί το μεγαλύτερο οδικό έργο της χώρας και κατέληξε, μετά από χρόνια, στην παραχώρηση της Εγνατίας σε ιδιώτη.
Θυμόμαστε τον Οργανισμό Λιμένος Ηγουμενίτσας Α.Ε. Η ανώνυμη εταιρεία παρέμεινε, αλλά ο βασικός της μέτοχος άλλαξε και το λιμάνι πέρασε στον έλεγχο του ομίλου Grimaldi.
Κάθε φορά η διαδρομή μοιάζει ίδια.
Πρώτα δημιουργείται ή μετασχηματίζεται ένας φορέας σε Α.Ε. Στη συνέχεια αποκτά μεγαλύτερη «ευελιξία». Ακολουθεί η επιχειρηματική λογική, η αναζήτηση εσόδων, οι συνέργειες, οι επενδύσεις, η αξιοποίηση. Και κάποια στιγμή ανοίγει η συζήτηση για το ποιος μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα αυτό το περιουσιακό στοιχείο.
Δεν σημαίνει ότι αυτό θα συμβεί και τώρα.
Σημαίνει όμως ότι η εμπειρία δημιουργεί εύλογες επιφυλάξεις.
Γιατί τα μνημεία δεν είναι λιμάνια. Δεν είναι αυτοκινητόδρομοι. Δεν είναι επιχειρηματικά assets ούτε επενδυτικά προϊόντα.
Η πολιτιστική κληρονομιά δεν παράγει μόνο έσοδα. Παράγει ιστορική μνήμη, συλλογική ταυτότητα και δημόσιο αγαθό.
Ασφαλώς χρειάζεται καλύτερη διαχείριση. Χρειάζεται προσωπικό, υποδομές, σύγχρονες υπηρεσίες, ψηφιακές εφαρμογές, καλύτερη προβολή και σύνδεση με τον τουρισμό. Όλα αυτά όμως μπορούν να υπηρετήσουν τον πολιτισμό μόνο όταν ο πολιτισμός παραμένει ο σκοπός και όχι το μέσο.
Για την Ήπειρο το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η Δωδώνη, η Νικόπολη, τα Γίτανα, η Κασσώπη, το Νεκρομαντείο και δεκάδες ακόμη χώροι δεν αποτελούν απλώς αξιοθέατα. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας και της ταυτότητας του τόπου.
Αν το νέο μοντέλο οδηγήσει σε περισσότερους πόρους, καλύτερη συντήρηση και ουσιαστική ανάδειξη των μνημείων, θα κριθεί θετικά.
Αν όμως η «αξιοποίηση» αποδειχθεί ακόμη ένα βήμα προς την εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, τότε η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών θα έχει επαναληφθεί για ακόμη μία φορά.
Γιατί στην Ελλάδα οι Ανώνυμες Εταιρείες ξεκινούν σχεδόν πάντα με την υπόσχεση της καλύτερης διαχείρισης. Η ιστορία, όμως, έχει δείξει ότι πολλές φορές η κατάληξη είναι τελείως διαφορετική.
